Παρασκευή 18 Μαρτίου 2022

Γεώργιος Τερτσέτης: «Πατρίδα μας έχομεν το ανθρώπινο γένος…». Ο δικαστικός που αρνήθηκε να καταδικάσει άδικα τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα σε θάνατο στην γκιλοτίνα…

Η δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του εμβληματικού ηγέτη της Επανάστασης του 1821, τον Μάιο του 1834, συμπυκνώνει το μεγαλείο το ξεσηκωμού, αλλά και το δράμα που προκάλεσε η ξενοκρατία.


Η σκευωρία

Η επιλογή να συρθούν στο δικαστήριο οι δύο οπλαρχηγοί με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας δεν ήταν τυχαία. Ειδικότερα για τον Κολοκοτρώνη που ενσάρκωνε, στη συνείδηση του νεογέννητου έθνους, την ανιδιοτέλεια του αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας. Η καταδίκη και η εξόντωση του εξυπηρετούσε  ένα διπλό σκοπό των κατηγόρων: Αφενός να απαλλαγούν από τον λαοπρόβλητο «Γέρο του Μοριά», αφετέρου να στείλουν το μήνυμα σε όσους θα ήθελαν να μπουν εμπόδιο στα σχέδια τους.

Όργανο της σκευωρίας ήταν ο Εδουάρδος Μάσσον [1], Σκωτσέζος νομικός που ήρθε στην Ελλάδα το 1824 με την ιδιότητα του «φιλέλληνα» για να τεθεί κατόπιν στην υπηρεσία της Αντιβασιλείας και ειδικά της αγγλικής πολιτικής. Ο Μάσσον συνέταξε το κατηγορητήριο και ήταν Eπίτροπος- Εισαγγελέας στη δίκη.

Η δίκη έγινε στο Ναύπλιο και διήρκεσε από τις 30 Απριλίου ως τις 26 Μαϊου 1834. Μετά από μια διαδικασία- παρωδία, με παρέλαση ψευδομαρτύρων και παρουσίαση πλαστών στοιχείων, τα τρία μέλη του δικαστηρίου ψήφισαν υπέρ της ενοχής των κατηγορουμένων και της θανατικής καταδίκης τους.

Η απολογία του Κολοκοτρώνη όπως καταγράφεται από το ΓΕΣ και από το βιβλίο του ταξίαρχου Γεωργίου Καραμπατσόλη «Η δίκη των στρατηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα»:

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια και μόνη την αλήθεια εις ό,τι ερωτηθώ.

Ορκίζομαι. (Κάθονται όλοι στις θέσεις τους).

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πώς ονομάζεσαι;

 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Από πού κατάγεσαι;

 Από το Λιμποβίσι της Καρύταινας.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πόσων ετών είσαι;

Εξήντα τέσσερων.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι επάγγελμα κάνεις;

Στρατιωτικός. Στρατιώτης ήμουνα. Κράταγα επί 49 χρόνια στο χέρι το ντουφέκι και πολεμούσα νύχτα μέρα για την πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιμήθηκα μια ζωή. Είδα τους συγγενείς μου να πεθαίνουν, τ΄ αδέρφια μου να τυραννιούνται και τα παιδιά μου να ξεψυχάνε μπροστά μου. Μα δε δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για τη λευτεριά μας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι απολογείσαι για την κατηγορία που σου αποδίδεται;

Τον απερασμένο Ιούλη διάηκα στην Τριπολιτσά για να στεφανώσω εν’ αντρόγενο. Από κεί τράβηξα, μαζί με τη νύφη μου, για το μοναστήρι της Άγια-Μονής. Την παραμονή της Παναγιάς ήρθε κι ο Ρώμας στην Καρύταινα όπου καθίσαμε κάνα δυο μέρες. Έπειτα ο Ρώμας έφυγε κι εγώ γύρισα στην Τριπολιτσά στις 18 τ’ Αυγούστου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είχες προηγουμένως άλλες συναντήσεις με το Ρώμα;

 Δεν είχα πριν καμία συνάντηση μαζί του. Τον αντάμωσα για πρώτη φορά στην Τριπολιτσά. Μακριές ομιλίες δεν είχαμε. Τρώγαμε όμως μαζί.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και τι λέγατε;

 Τα συνηθισμένα όπου λένε οι άνθρωποι όταν τρώνε αντάμα ψωμί.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν είχες την περιέργεια να ρωτήσεις τον Ρώμα για τα όσα διέδιδε περί Αντιβασιλείας;

 Καμία περιέργεια δεν έβαλα στο νου μου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον άλλον καιρό τι έκανες στην Τριπολιτσά;

 Πάγαινα στο παζάρι. Σύναζα τους χωριάτες και τους μίλαγα επειδής ήτανε ερεθισμένοι από κείνους τους διαβόλους τα νόμιστρα. Τους έλεγα: «Βρε τσομπάνηδες, τι πλερώνατε τον καιρό της τουρκιάς και τι πλερώνετε τώρα; Δεν πλερώνετε τώρα λιγότερα απ’ τον καιρό της τουρκιάς;». Και τους τ’ απόδειχνα με παραδείγματα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον πρίγκιπα Μπρέντ τον γνωρίζεις;

 Ναι, τον γνωρίζω. Ήρθε μάλιστα στην Τριπολιτσά για να δη το Ρώμα. Σα μπατζανάκης του που είναι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι παράγγειλες μ’ αυτόν στο γιο σου το Γενναίο στ΄ Ανάπλι;

Τίποτα. Ούτε είχα και τίποτα να του παραγγείλω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ποιοι άλλοι ήταν τότε στην Τριπολιτσά;

Ο Νικηταράς και Πλαπούτας που είχανε έρθει απ’ τα χωριά τους.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι άκουσες περί μιας αναφοράς εναντίον της Αντιβασιλείας και των Βαυαρών;

 Δεν άκουσα τίποτα ούτε και μου μίλησε ποτέ κανείς για καμία τέτοια αναφορά.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν άκουσες τίποτα;

 Όχι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Γνωρίζεις τους ληστές Κοντοβουνήσιο, Μπαλκανά και Καπογιάννη;

Τον Κοντοβουνήσιο τον γνωρίζω απ’ τον εμφύλιο πόλεμο. Ο Μπαλκανάς ήτανε γουρνοβοσκός. Τον κατάτρεχα. Δυο φορές μου ‘φυγε απ’ τα σίδερα. Τον Καπογιάννη δεν τον γνωρίζω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον γραμματικό του Κοντοβουνίσιου, Χρήστο Νικολάου, τον ξέρεις;

 Ναι. Είν’ ένα ξόανο παιδαρέλι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον Αλωνιστιώτη τον γνωρίζεις;

 Τον γνωρίζω, είναι μάλιστα και συγγενής μου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ήξερες πως θα πήγαινε στη Λιβαδειά;

Όχι, δεν το ήξερα. Απ’ τον κόσμο το άκουσα πως πήγε.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν τον είχες δει προηγουμένως;

Όχι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: (Δείχνοντάς το). Είναι αληθινό αυτό το γράμμα του Υπουργού των Εξωτερικών της Ρωσίας προς εσένα;

 Ναι, είναι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πώς πήρε αφορμή να σου γράψει ο Ρώσος υπουργός;

 Ήταν απάντηση σ’ ένα δικό μου γράμμα. Πήρ’ αφορμή για να του γράψω από τούτο δω το περιστατικό: Άμα ήρθε ο Βασιλιάς μας, ο πρεσβευτής της Ρωσίας Ρούκμαν άφησε ένα γράμμα του στο περιβόλι μου συστήνοντάς με στους Ρώσους καπετάνιους του Αιγαίου. Γι’ αυτό έκαμα κι εγώ ένα ίδιο γράμμα συστήνοντας αυτόν και το ναύαρχό τους Ρίκορντ σε δικούς μας. Δε μου πέρασε η ιδέα πως αυτό βλάφτει είτε είν’ εμποδισμένο. Τόκαμα από λεπτότητα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι άλλο έγραφες σ’ αυτό το γράμμα;

Τίποτις άλλο απ’ τη σύσταση. Όσο για το γράμμα που έλαβα έλεγε ν’ αγαπούμε το βασιλιά μας και τη θρησκεία μας. Άλλο δε θυμούμαι. Σ’ αυτό φαίνεται τι μου γράφει ο Ρώσος υπουργός, φανερώνοντας έτσι με ποιο πνεύμα του γραψα κι εγώ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πότε έφυγες για τελευταία φορά από δω;

Δε θυμάμαι καλά. Θαρρώ στις αρχές του Ιούλη. Ήτανε η πρώτη φορά που ‘φυγα από όταν ήρθε ο βασιλιάς.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και γιατί έφυγες;

 Η αιτία όπου μ’ έκανε ν’ αφήσω την εδώ ήσυχη ζωή μου είναι, πρώτο γιατί εγώ είμαι βουνίσιος και με πειράζει η ζέστη, δεύτερο για να στεφανώσω ένα αντρόγενο και τρίτο γιατί μού γραψε ο γιος μου ο Γενναίος μην αρρωστήσω και γι’ αυτό καθόμουνα στην Τριπολιτσά για τον καθαρό αέρα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και σ’ όσους ερχόντουσαν να σε ιδούν τι τους έλεγες;

 Τους συμβούλευα, καθώς έκανα και στην Άγια-Μονή, όπου έβαλα λόγο γι’ αυτό.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχεις άλλο τίποτα να πεις για όσα σε κατηγορούν;

 Τούτω δω μονάχα. Μετά το φόνο του Κυβερνήτη η Πατρίδα ήτανε χωρισμένη στα δύο. Εγώ άμα έμαθα το διορισμό του Βασιλιά, έκαμα τη σημαία του και σύναξα κι όλους τους φίλους μου και κάμαμε μιαν αναφορά στη Βαυαρία φανερώνοντας την αφοσίωσή μας. Όταν ήρθ’ ο Βασιλιάς σκόρπισα τους ανθρώπους μου κι ησύχασα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τότε, γιατί αντενέργησες στο βασιλιά σου και στην Αντιβασιλεία.

 Εγώ ν’ αντενεργήσω; Μα δε ξέρετε λοιπόν κι εσείς οι ίδιοι κι όλοι οι Έλληνες πόσο πάσκισα στον καιρό του σηκωμού ν’ αποχτήσει το έθνος κεφαλή και να μου λείψουν οι φροντίδες; Άμα ο Θεός μου ‘δωσε Βασιλέα, εγώ είπα σ’ όλους τους φίλους μου: «Τώρα είμ’ ευτυχισμένος. Θα κρεμάσω την κάπα μου στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου ν’ αποθάνω ήσυχος κι ευχαριστημένος».

Αυτά είπε ο Γέρος και κάθισε στον πάγκο του, ενώ στην αίθουσα απλώθηκε βαθιά σιωπή και αγωνία.

Η δίκη των δικαστών

Στη δίκη αυτή ξεχώρισαν δύο μεγάλες προσωπικότητες,  ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αναστάσιος Πολυζωϊδης( Μελένικο, 20 Φεβρουαρίου 1802-Αθήνα, 7 Ιουλίου 1873) ήταν Έλληνας πολιτικός, δημοσιογράφος, συγγραφέας και δικαστικός. Είχε εκλεγεί πληρεξούσιος και είχε πάρει θέσεις υπουργού Παιδείας, νομάρχη, μέλους του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικράτειας στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος) και ο δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης, που αρνήθηκαν πεισματικά, παρά τις αφόρητες πιέσεις και τους προπηλακισμούς, να βάλουν την υπογραφή τους στο έγκλημα.

Η στάση τους αυτή προκάλεσε την οργή των σκευωρών και έτσι οι δύο δικαστές οδηγήθηκαν σε δίκη με την κατηγορία ότι είχαν εξαγοραστεί: «από τον χρυσόν της κολοκοτρωνικής φάρας»…

*Γεώργιος Τερτσέτης

Γεννήθηκε στην Ζάκυνθο το 1800. Ήταν Έλληνας αγωνιστής της επανάστασης του 1821, ιστορικός, πολιτικός, συγγραφέας, ποιητής, φιλόσοφος, απομνημονευματογράφος και νομικός. Είχε διοριστεί αρχειοφύλακας στη βιβλιοθήκη της Βουλής στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος, θέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του. Η οικογένειά του είχε σημαντικό όνομα στον τόπο του, όμως δεν ήταν από τις ντόπιες αρχοντικές οικογένειες της Ζακύνθου και τον λογάριαζαν για ποπολάρο.

Στα παιδικά του χρόνια πήγε στο ίδιο σχολείο με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του Θ. Κολοκοτρώνη, τον Πάνο και τον Γενναίο. Το 1816 έφυγε για την Ιταλία, όπου σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Πάντοβα νομικά καθώς και λατινική- ιταλική φιλολογία. Επέστρεψε στο νησί του το 1820, μετά το πέρας των σπουδών του.

Με την έκρηξη της επανάστασης ο Τερτσέτης βρέθηκε στο Μοριά με πολλούς άλλους συμπατριώτες του. Ασθενικής όμως κράσης, δεν άντεξε τις κακουχίες και αρρώστησε. Μεταφέρθηκε στο μικρό νησί Κάλαμος και στη συνέχεια πίσω στη Ζάκυνθο. Στη Ζάκυνθο δέθηκε με αδελφική φιλία με τον Δ. Σολωμό. Σ’ αυτόν χρωστάμε τον περίφημο «Διάλογο» για τη γλώσσα του εθνικού μας ποιητή, όπως το μόνο αντίγραφο που σώθηκε βρέθηκε στα χέρια του. Παρ’ όλο που δεινοπάθησε την πρώτη φορά που κατέβηκε να αγωνιστεί, τον ξαναβρίσκουμε στη πρώτη γραμμή, όταν ο Ι. Καποδίστριας ελευθέρωνε τη Ρούμελη.

Το 1832-1833 διετέλεσε καθηγητής της γενικής και της ελληνικής ιστορίας στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο του Ναυπλίου. Με την έλευση της Αντιβασιλείας σχετίστηκε τόσο με τον Μαιζώνόσο και με τον πρόεδρό της, Άρμανσπεργκ, καθώς μάθαινε ελληνικά στις κόρες του. Το 1834 διορίστηκε από την Αντιβασιλεία μέλος του πενταμελούς δικαστηρίου του Ναυπλίου που δίκαζε τους Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα κ.ά. Ο Τερτσέτης τότε μαζί με τον πρόεδρο του δικαστηρίου Αναστάσιο Πολυζωίδη, γνωρίζοντας πολύ καλά την αθωότητα των κατηγορουμένων, αρνήθηκε να υπογράψει την απόφαση καταδίκης τους σε θάνατο δια αποκεφαλισμού για εσχάτη προδοσία. Η κίνησή τους αυτή προκάλεσε την οριστική τους παύση, τη φυλάκιση και την άγρια κακοποίησή τους από την Αντιβασιλεία.

Η δίκη των Πολυζωίδη και Τερτσέτη έγινε στο Ναύπλιο τον Σεπτέμβριο του 1834. Επίτροπος- Εισαγγελέας ήταν και πάλι ο Μάσσον.

Όταν ήρθε η ώρα των απολογιών, στο βήμα ο Τερτσέτης ξεκινά:

«Πατρίδα μας έχομεν το ανθρώπινο γένος…». «Δεν είμαι από την Σπάρτη, δεν είμαι Αθηναίος, πατρίδα μου έχω όλην την Ελλάδα. Τοιουτοτρόπως εκφράζεται ο γενναίος Πλούταρχος, είναι σχεδόν δύο χιλιάδες έτη, εις ένα των συγγραμμάτων του. Ημείς γεννημένοι εις πλέον ευτυχισμένην εποχήν, δηλαδή όταν η θρησκεία και η φιλοσοφία εφώτισαν, εκήρυξαν, εσφράγισαν το δόγμα της αγάπης και της ισότητος, δυνάμεθα να ειπούμεν, ότι ημείς δεν είμεθα ούτε από την Ελλάδα, ούτε από την Ιταλία, ούτε από την Γερμανία, ούτε από την Αγγλία, πατρίδα μας έχομεν το ανθρώπινο γένος. Όση γη περιαγκαλιάζει ο εύμορφος αιθέρας είναι αγαπητή μας πατρίδα.

Αν αυτοί οι στοχασμοί δεν αρέσουν εις τον Επίτροπον, ολίγον φρονώ. Φθάνει μου οπού αρέσουν εις τούτους τους Δικαστάς, εις τούτο το Ελληνικόν Ακροατήριον. Αυτό το προοίμιον όμως αξιόλογα ταιριάζει εις την απολογία μας, επειδή αν ημείς εγκαλούμεθα από τον Επίτροπον, αν αυτός μας φοβερίζει φυλακισμόν, το αίτιον είναι η σφοδρή μας λατρεία προς την δικαιοσύνην, εις καιρούς τους οποίους κάλλιστα γνωρίζετε. Και η δικαιοσύνη δεν είναι προνόμιον, είναι ιδιοκτησία της ανθρωπότητος και αρμόζει λοιπόν να αναφέρωμεν ημείς σήμερον, ως εις βοήθειαν μας, το όνομα του ανθρώπινου γένους, αφού δια αυτό αγωνίσθημεν.


….Δικαιολογούμαι ακόμη αν ως εύμορφο μέτωπον της απολογίας μας θέτω το όνομα της ανθρωπότητος, καθότι και η κατηγορία μας δύναται να θεωρηθεί ως συγκρατουμένη με την δίκην των δύο οπλαρχηγών. Ως θέλει ο Επίτροπος, αμαρτήσαμεν, ενώ αυτοί εκρίνοντο και τα ονόματα των δύο καταδικασμένων ανδρών κατεγράφησαν προ καιρού εις τα χρονικά του κόσμου και αυτοί πολύ ίδρωσαν δια την αναγέννησιν του έθνους και η ανάστασις , η εμφάνισις ενός έθνους εις την γην είναι ένα συμβάν μεγάλο και με παγκόσμια και παντοτινά αποτελέσματα. Αθάνατος ο αγώνας και αθάνατοι οι στεφανοφόροι του αγώνος».

Έτσι άρχισε τη συγκλονιστική του απολογία ο Τερτσέτης, απευθυνόμενος κυρίως στον Επίτροπο Μάσσον και όσους κρύβονταν πίσω απ΄αυτόν. Με τον ίδιο τόνο συνέχισε απαντώντας και ανατρέποντας μια προς μια τις κατηγορίες.

Ορισμένα αποσπάσματα από την απολογία του Τερτσέτη

«…Πως θα ημερώσεις την κατάρα που θα ξεφωνίσουν οι δύο στρατιώτες της Επαναστάσεως, γονατίζοντας να βάλουν το κεφάλι τους εις τον χαλκά της Γιλοτίνας; 49 χρόνους ο γεροντότερος των δύο με τουφέκι ακοίμητο επολεμούσε τους εχθρούς, και βασαν τον πολιτισμόν και τους νόμους εις την Ελλάδα, και ο νόμος που φανερά φανερά τους βοηθούσε, δεν προσαρμόσθηκε εις βοήθειαν τους; Ποιος είσαι εσύ που με το πρόσχημα της παιδείας έλαβες από την Βασιλεία επάγγελμα τόσον επικίνδυνο διά την τιμή και ζωή των υπηκόων; Ποιός είσαι εσύ, που παίζεις με ημάς εις την γην της γεννήσεως μας;

Αλλ΄ εκτός των αιτιολογημάτων τούτων που αποδείχνουν νομιμότερο, δικαιότερο και ωφελιμότερο το να μην υπογράψομεν, παρά να συμψηφίσομεν με τους τρεις, συνέπεσε και άλλο αίτιο ισοδύναμο ή και ανώτερο του νομικού λόγου, το οποίο μας απέκλεισε όλως διόλου να πάρομε μέρος εις την καταδικαστικήν απόφασιν, και το αίτιον αυτό είναι: Ο Εθνισμός μας.

…. Ο Εθνισμός μας σύγκειται από δύο στοιχεία καθαρά και αιώνια: από αγάπη προς τον Βασιλέα και από αγάπη προς την πατρίδα. Μετά την εχθρικήν επέμβασιν του Υπουργού, ο Εθνισμός ενός Έλληνος δεν εσυμβιβάζετο πλέον με την υπογραφή του θανάτου δύο οπλαρχηγών. Ο θεατής λαός του Ναυπλίου και της Ελλάδος ήθελεν ειπεί, και δικαίως πιστεύσει, αν υπογράφομεν, ότι εις τες πρώτες ημέρες της Βασιλείας αποκεφαλίζονται οι υπήκοοι από την επιρροή του Υπουργείου, και η πατρίδα πως θα μας θεωρούσε; Ω! Δικασταί, θα μας έλεγε, πως εστέρξατε να θανατώσετε δύο τέκνα μου, όταν ο νόμος και ο τύπος του νόμου δεν το συγχωρούσαν; Ή πριν έλθει ο Υπουργός, ο νόμος και ο τύπος του νόμου δεν το συγχωρούσαν, αλλ΄ αφού ήλθε ο Υπουργός και είδατε τες λόγχες, ο νόμος και ο τύπος του νόμου το συγχώρησαν; Ω! Φονείς των τέκνων μου, και πως αν δεν είχατε καρδιά να φυλάξετε με κίνδυνο τη ζωής σας αναμάρτητον τον Βασιλέα σας, και αμόλυντη την πατρίδα σας, πως με όλον τούτο το υποσχεθήκατε δεχόμενοι να είσθε εξηγηταί των νόμων; Πόσον διαφέρετε από εκείνα τα τέκνα μου, τα οποία έλυωσαν ευχαρίστως σαν το κερί δια εμέ εις τες σούβλες του εχθρού ή τον τόπον πούχαν στα ζώντα τους εις την μάχην, τον φυλάττουν ακόμη κόκκαλα λευκά και άταφα.

Ο Εθνισμός μας, ω Επίτροπε είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων φονευμένων εις τον αγώνα και δεν ήταν θέλημα θεού ημείς εις την 26 Μαϊου να φθάσωμεν εις τόσην αναισθησίαν, ώστε να εξαλείψει την λατρείαν του Εθνισμού από τα σπλάχνα μας η επωμίδα του Υπουργού».

«Τι ήτον η Επανάστασις μας; Ήτον άλλο παρά μια ορμή προς τον πολιτισμόν, πόθος να χαρούμεν τους καρπούς του; Και τι άλλο ήτον η μη υπογραφή μας; Αλλά δια να ιστορήσω καλύτερα τον στοχασμόν μου ακούσατε:

Ολίγον μακράν από την περιβόητον νήσον της Υδρας είναι νησίδιον όπου λέγουν ότι ετάφη ο Δημοσθένης. Εκεί, είναι τρεις χρόνοι, ευρισκόμενος Άγγλος τις περιηγητής είπε προς άνδρα χωρικόν: Να ήξευρες εδώ τι άνθρωπος κοιμάται. Ο χωρικός αποκρίνεται: Δεν είναι εδώ, λείπει. Που λείπει; Πως δεν είναι εδώ; Λέγει ο ΄λος. Λείπει εις την Ευρώπη, απεκρίθη ο χωρικός, και μέραν με την ημέραν τον περιμένομεν.

Εννοούσε να ειπεί μ΄αυτά τα λόγια ο χωρικός, ότι εγνώριζε ποιος ήταν εκεί θαμμένος. Εγνώριζε, ότι από τους προγόνους μας εφωτίσθησαν οι Ευρωπαίοι. Εγνώριζεν ότι από αυτούς τώρα περιμένομεν σοφίαν και Δικαιοσύνη και ότι δι΄αυτά τα αγαθά αγωνίσθησαν τα τέκνα των Ελληνίδων μητέρων. Από την απόκρισιν του χωρικού ανδρός εξάγεται: η συνείδησις του Ελληνικού έθνους, όταν εμβήκεν εις τα δάκρυα του πολέμου. Η συνείδησις του! Ήγουν η δίψα του πολιτισμού. Και τι βεβαιότερον, τι υστερότερον, τι τελειότερον μας έρχεται από την καλήν Ευρώπη, όσο να μη θανατώνομεν ανθρώπους, χωρίς νομικοτάτην απόδειξιν του εγκλήματος, χωρίς την ακριβή προσαρμογή των σωζομένων τύπων του κράτους;».

Η Ταινία


Πληροφορίες: Λίγα χρόνια μετά την επανάσταση του 1821, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, υπό τη βασιλεία του Βαυαρού Όθωνα, προσήγαγε σε δίκη τους μεγάλους οπλαρχηγούς του αγώνα, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Γεώργιο Πλαπούτα, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Η περιβόητη δίκη που έγινε στο Ναύπλιο, συγκλόνισε το έθνος, επειδή οι πάντες γνώριζαν ότι οι δύο ήρωες ήταν απολύτως αθώοι. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αθανάσιος Πολυζωϊδης και ο δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης αρνούνται να προσυπογράψουν την καταδίκη σε θάνατο των κατηγορουμένων. Οι Βαυαροί διατάζουν τον Υπουργό Δικαιοσύνης να επέμβει, και αυτός απαγγέλλει κατηγορία εναντίον τους, με αποτέλεσμα να συρθούν στα μπουντρούμια των φυλακών και να δικαστούν με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.

Παραγωγή: Finos Film

Κατηγορία: Δραματική

Είδος: Ιστορική

Α Προβολή:28 Οκτωβρίου 1974

Σκηνοθεσία: Πάνος Γλυκοφρύδης

Σενάριο: Πάνος Γλυκοφρύδης

Ηθοποιοί: Νίκος Κούρκουλος, Νικηφόρος Νανέρης, Χρήστος Τσάγγας, Χρήστος Καλαβρούζος, Σπύρος Καλογήρου, Ζώρας Τσάπελης, Γιώργος Παλιός, Κώστας Μεσσάρης, Στέλιος Λιονάκης, Νίκος Σκιαδάς, Γιώργος Μοσχίδης, Μάκης Ρευματάς, Χρήστος Σάββας, Ιάκωβος Ψαράς, Πέτρος Λοχαϊτης, Κώστας Τσιάνος, Δέσποινα Τομαζάνη, Λάκης Γκέκας, Κρίστοφερ Κλίντ, Δημήτρης Τσούτσης, Γιάννης Στεφανόπουλος, Χρήστος Στύπας, Δημήτρης Σικινιώτης, Ομηρος Γονιάδης, Χρήστος Αυθηνός, Χρήστος Νάτσιος, Δημήτρης Κοντογιάννης, Παναγιώτης Μποτίνης, Γιάννης Χειμωνίδης, Ρολάνδος Κρέλιας, Δάνης Κατρανίδης, Νικήτας Αστρινάκης, Γιάννης Αγγέλου, Άγγελος Σερέτης, Γιάννης Σαββαϊδης, Κατερίνα Καραβία, Κώστας Χατζόγλου, Άρης Λεβεντόπουλος, Κώστας Σαββαϊδης, Κώστας Φατούρος, Αιμίλιος Μεσίδης, Γιώργος Μπάρτης, Θανάσης Νικολάου, Γιάννης Τζερεμόπουλος, Ι. Μπέλεβιτς, Παναγιώτης Φιλοπάτης, Νίκος Παπαχρήστος, Κώστας Δάρας, Γιάννης Καφαλούκος, Μάνος Κατράκης, Δημήτρης Μυράτ

Μουσική: Χρήστος Λεοντής

To Τέλος

Τελικά, το δικαστήριο αθώωσε πανηγυρικά τους Τερτσέτη και Πολυζωϊδη η οποία στο σύνολο της αποτελεί μια πολύτιμη παρακαταθήκη στον αγώνα για τα πανανθρώπινα ιδανικά της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Στα πρόσωπα του Κολοκοτρώνη και του συντρόφου του, Δημήτριου Πλαπούτα, δικάστηκαν οι ιδέες  της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και της δικαιοσύνης, εν ονόματι των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων και των μεταξύ τους ανταγωνισμών.

Άποψη της φυλακής του Κολοκοτρώνη από ψηλά

Πηγές:

https://www.mixanitouxronou.gr/

https://el.wikipedia.org/

https://www.imerodromos.gr/

http://www.finosfilm.com/movies/view/179




Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

Χριστούγεννα στην παλιά Αθήνα

Γνωστοί φωτογράφοι απαθανάτισαν εικόνες και στιγμές από μια άλλη εποχή. Η Βαρβάκειος Αγορά τις ημέρες των Χριστουγέννων, με τις γαλοπούλες να κρέμονται σε σειρά, μικρά παιδιά με κοντά παντελονάκια να λένε τα κάλαντα, η άφιξη του «Άγιου Βασίλη» κι ο τροχονόμος στο κέντρο της Αθήνας, περικυκλωμένος από δώρα.

«Άγιος Βασίλης έρχεται» τη δεκαετία του '50. Φωτο: Δημήτρης Χαρισιάδης / Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη

Τρίγωνα-κάλαντα μπροστά από την Ακαδημία, δεκαετία 1950. Φωτό: Κωνσταντίνος Μεγαλοκονόμος/ Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη

Παιδιά από την Πρόνοια υποδέχονται τον Αϊ-Βασίλη, τη δεκαετία του ’60. Φωτό: Δημήτρης Α. Χαρισιάδης/ Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη

Οι τροχονόμοι και τα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα δώρα τους. Φωτογραφία από τη συλλογή Νίκου Πολίτη, Ίδρυμα Σταύρου Νιάρχου

Ιανουάριος 1948

Κουραμπιέδες, 80 δραχμές η οκά. Φωτό: Βούλα Παπαϊωάννου/ Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη

Αθήνα. Δεκέμβριος 1960. Φωτο: Κώστας Μπαλάφας/ Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη

Αφοί Λαμπρόπουλοι, Αθήνα 1950-1960. Φωτό: Κώστας Μπαλάφας/Αρχείο Μουσείου Μπενάκη

Στη Βαρβάκειο Αθήνα, δεκαετία '50. Φωτογραφία Δημήτρης Χαρισιάδης.

Αιόλου στα Χαυτεία το 1948

Κάλαντα κάπου στην Αττική, 1950. Φωτο: Βούλα Παπαϊωάννου/Αρχείο Μουσείου Μπενάκη















Κάλαντα στον ηλεκτρικό παραμονή πρωτοχρονιάς 1953

Φωτογραφία: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΡΙΣΙΑΔΗΣ / Φωτoγραφικό.Αρχείο Μουσείου Μπενάκη



Νυχτερινή άποψη της οδού Σταδίου τα Χριστούγεννα του 1950. © Φωτογραφικό Αρχείο της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας/Ενημέρωσης.

Οδός Βουκουρεστίου (δεκ. '60): Λίγο πριν τη διασταύρωση με την Πανεπιστημίου. Στη γωνία "Δημήτρης Μυράτ" στη μαρκίζα του "Θεάτρου Αθηνών". Φωτο: cemantron-anastasia.blogspot.gr (Από την σελίδα του Facebook «Μεταμορφώσεις της πόλης - και όχι μόνο»)

 

Η βιτρίνα του καταστήματος Κατράντζος-Σπορ, Αθήνα, 1967 © Αρχείο Κώστα Μεγαλοκονόμου – Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη






Πηγές

https://www.lifo.gr/

https://www.travelstyle.gr/

https://infomust.gr/

https://www.elculture.gr/



Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

Τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα της Ρούμελης

Γεμάτη με έθιμα και παραδόσεις είναι η Ρούμελη τις ημέρες της εορταστικής περιόδου. Από «το πάντρεμα της φωτιάς» μέχρι και το βασιλόψωμο, η Ρούμελη έχει πλούσιο λαογραφικό απόθεμα. Μάλιστα στην καλή σοδειά και στη «προκοπή» εστιάζουν οι ευχές και τα πλούσια έθιμα στη Στερεά Ελλάδα.

Τα Κάλαντα

Τα Κάλαντα που τραγουδιόταν σ’ όλο τον Ελλαδικό χώρο έχουν τις ρίζες τους σε πανάρχαιους χρόνους. Τα σημερινά χριστουγεννιάτικα κάλαντα σχετίζονται με την αρχαία «ειρεσιώνη», το «χελιδόνισμα» και το «κορώνισμα», καθώς στην αρχαία Ελλάδα, τα παιδιά έψαλαν ύμνους σε γιορτές, όπως τα Πυανέψια. Τα άσματα αυτά, είδος «καλάνδων», ονομάζονταν από τους αρχαίους «αγερμός» (συνάθροισις). Τα κάλαντα είναι τραγούδια αγυρτικά, του αγερμού, γιατί έχουν σκοπό την είσπραξη και συλλογή χρημάτων. Το έθιμο πήρε το σημερινό όνομά του από τις Ρωμαϊκές και Βυζαντινές Καλένδες. Τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα λέγονταν κατά τόπους με λύρες, νταούλια, τσαμπούνες, βιολιά και λαούτα. Τα παιδιά τα «έλεγαν» συχνά με συνοδεία νταουλιού, καθώς τα τρίγωνα ήταν τότε άγνωστα. Τα παιδιά ξεχύνονταν στους δρόμους και τραγουδούσαν τα κάλαντα, από σπίτι σε σπίτι κι από καφενείο σε καφενείο, λέγοντας: «να τα πούμε;». 

Το Πάντρεμα της φωτιάς

Μετά τα Χριστούγεννα, οπότε στη Ρούμελη έχουμε το αρραβώνιασμα της φωτιάς(γίνεται ξημερώματα των Χριστουγέννων την ώρα που ο λαός την αποκαλεί ανοιχτή ώρα. Η νοικοκυρά βάζει ένα μεγάλο ξύλο στο τζάκι και σύμφωνα με την παράδοση εκείνη την ώρα ό,τι ζητήσεις - θα πρέπει να αφορά τα παιδιά και όχι τους παντρεμένους - μπορεί να γίνει), με το νέο έτος έρχεται η συνέχεια: το πάντρεμα της φωτιάς που γίνεται τα ξημερώματα της Πρωτοχρονιάς. Στο τζάκι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς μπαίνουν δύο μεγάλα ξύλα. Ο «νοικοκύρης» φροντίζει να είναι ακριβώς ίδια και να καίγονται το ίδιο. Σύμφωνα με την παράδοση τα δύο ξύλα συμβολίζουν την αλλαγή της ημέρας αλλά και την αλλαγή του χρόνου. Η παράδοση επιμένει ότι όποια ευχή και αν κάνει κάποιος εκείνη τη μέρα ακόμη και κατάρα, αυτή θα πιάσει τόπο.

Σπούρνι

Σε άλλες περιοχές της Φωκίδας και της Ευρυτανίας αυτό έχει αντικατασταθεί με το «σπούρνι». Ένα μικρό παιδί κάθεται σταυροπόδι μπροστά στο αναμμένο τζάκι, ρίχνει αλάτι πάνω στη φωτιά και κάνει διάφορες ευχές για την οικογένεια, για την υγεία, για τα σπαρτά που σύμφωνα με την παράδοση «πιάνουν τόπο». Αποζημίωση του μικρού παιδιού είναι το πρώτο και καλύτερο κομμάτι «μπακλαβά» που φτιάχνουν οι νοικοκυρές.

Μπακλαβάς

Είτε με καρύδια, που είναι επικρατέστερο, είτε με αμύγδαλα, κάθε σπίτι στην Ρούμελη έχει το μπακλαβά του. Υπάρχει μάλιστα ανταγωνισμός για το ύψος που θα έχει το γλυκό, το μέγεθος του ταψιού που θα χρησιμοποιηθεί ενώ τις προηγούμενες ημέρες το ξενύχτι είναι δεδομένο για να ανοιχτούν τα «χειροποίητα φύλλα».

Βασιλόψωμο - Βασιλοκουλούρες

Μέσα σε όλα τα άλλα ξεχωρίζουν το «βασιλόψωμο» και οι «βασιλοκουλούρες» που τρώγονται ανήμερα του Αγίου Βασιλείου, αφού από τον Άη Βασίλη πήρε το όνομά του. Σε ορισμένες περιοχές εκτός από αλεύρι οι «νοικοκυρές» βάζουν μέσα ρεβίθι αλεσμένο, ή ακόμη και ντόπιο καλαμπόκι. Βάζουν μέσα βασιλικό και μυρωδικά και πάνω του δημιουργούν διάφορα σχήματα και παραστάσεις οι οποίες έχουν σχέση με την καθημερινότητα. Αφορούν είτε στην παραγωγή και τα χωράφια, είτε στην υγεία και τα ακίνητα είτε στην οικογένεια. Μετά το ψήσιμο του είναι έτοιμο να κοπεί, την ώρα του φαγητού, το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς.

«Καμήλες και Ντιβιτζήδες»

Πρόκειται για ένα πρωτοχρονιάτικο έθιμο της Ανατολικής Ρωμυλίας που έχει μεταφερθεί στο Νέο Μοναστήρι της Βόρειας Φθιώτιδας. Έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και παραπέμπει στις γιορτές προς τιμή του Διονύσου, όπου οι πιστοί μεταμφιέζονταν και τιμούσαν τον θεό με σάτιρες και χορούς σε «ξέφρενους» ρυθμούς. Μετά την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας, διαμορφώθηκε ανάλογα για να μπορέσει να διατηρηθεί. Θα μπορούσε να πρόκειται για το έθιμο των Μωμόγερων από το χωριό Λιβερά της ορεινής Τραπεζούντας – μόνο που πρόκειται για ένα άλλο έθιμο της Πρωτοχρονιάς, και έρχεται από την ανατολική Ρωμυλία.

Το δρώμενο Καμήλες και Ντιβιτζήδες (καμηλιέρηδες) είναι ένα από τα πιο γνωστά πρωτοχρονιάτικα έθιμα της ανατολικής Ρωμυλίας. Εξίσου διαδεδομένο είναι στον Πόντο, τη Μικρά Ασία, τα Βαλκάνια, και σε χώρες όπως η Ρουμανία, η Ουγγαρία και η Σλοβενία.

Οι ντιβιτζήδες ντύνονται με προβιές και φορούν στο κεφάλι το καούκι που είναι καπέλο και μάσκα μαζί, είναι φτιαγμένο από «κιτσιά» (αρνίσιο μαλλί), στολισμένο με καθρεφτάκια (για τον ξορκισμό των πνευμάτων) και πολύχρωμες κορδέλες. Στη θέση των δοντιών έχουν «αρμάθες» από ξερά φασόλια. Στη μέση και τα πόδια φορούν μικρά κουδουνάκια που δημιουργούν θόρυβο όταν χορεύουν ή τσακώνονται. Στα χέρια κρατούν το «τοπούζ» (ξύλινο ρόπαλο) το οποίο χτυπούνε χάμω εκβιάζοντας, κατά κάποιον τρόπο, τη γονιμότητα της γης.

Η καμήλα είναι μια ξύλινη κατασκευή σκεπασμένη με «τσόλι» (υφαντό από τραγίσιο μαλλί), με έναν μακρόστενο λαιμό από προβιά, όπως και το κεφάλι της, με κρεμασμένα πολλά μεγάλα μπρούτζινα κουδούνια (τούτσα). Ο θόρυβος των κουδουνιών, καθώς η καμήλα κουνιέται, συντελεί στο ξύπνημα της φύσης από τη χειμωνιάτικη νάρκη.

Η καμήλα στερεώνεται με ζωνάρια δεμένα σταυρωτά πάνω στο ανθρώπινο σώμα και ζυγίζεται με τέχνη για να μη γέρνει και κουράζει τον «καμιλτζή». Οι ντιβιτζήδες, η καμήλα, ο γκαϊντατζής ή ο φιουρτζής (παίζει φλογέρα) συνοδεύουν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τις σάρτες (χορωδίες) από σπίτι σε σπίτι.

Μετά την πρωτοχρονιάτικη λειτουργία στην πλατεία του Ν. Μοναστηρίου οι ντιβιτζήδες, οι καμήλες και οι μουσικοί θα ανοίξουν το χορό στην πλατεία του χωριού. Λίγο αργότερα στον κύκλο θα πιαστούν κάτοικοι και επισκέπτες, χορεύοντας κυρίως ζωναράδικο και συγκαθιστό. Το γλέντι ολοκληρώνεται αργά το απόγευμα με τη μάχη των ντιβιτζήδων με τις καμήλες, αλλά τα οι χοροί συνεχίζονται όλη την ημέρα στις ταβέρνες του χωριού.

Το σπάσιμο του ροδιού

Στα χωριά της Νότιας Εύβοιας το πρωί της Πρωτοχρονιάς, η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία και ο «νοικοκύρης» κρατάει στην τσέπη του ένα ρόδι, για να το λειτουργήσει. Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας – δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του – και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι, για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη, για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: «με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά».

Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες, αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.

Ποδαρικό

Πολλοί άνθρωποι στη Φθιώτιδα και την Ευρυτανία πιστεύουν ακόμα και σήμερα ότι είναι σημαντικό το ποιος θα κάνει ποδαρικό στο σπίτι τους. Έτσι, από την παραμονή λένε σε κάποιο δικό τους άνθρωπο, που τον θεωρούν καλότυχο και γουρλή, να πάει την Πρωτοχρονιά να τους κάνει ποδαρικό. Μόλις μπει στο σπίτι τον βάζουν να πατήσει ένα σίδερο για να είναι όλοι σιδερένιοι και γεροί μέσα στο σπίτι στη διάρκεια του καινούργιου χρόνου.

Η «νοικοκυρά» φιλεύει τον άνθρωπο που κάνει ποδαρικό για το καλό του χρόνου. Συνήθως του δίνει μήλα ή καρύδια και μια κουταλιά γλυκό κυδώνι ή ό,τι άλλο γλυκό έχει φτιάξει για τις γιορτές.

Ο νέος χρόνος πρέπει να μας βρει με κάποιο καινούργιο ρούχο, σύμβολο ευημερίας, ενώ μετά το κόψιμο της βασιλόπιτας και αφού μοιραστούν τα δώρα, ξεκινούν τα τυχερά παιχνίδια. Αυτός που θα κερδίσει θα είναι τυχερός για όλη τη νέα χρονιά.

Έθιμα των Φώτων


Από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα δεν είναι λίγοι οι «νοικοκυραίοι» στη δυτική Φθιώτιδα που κρατώντας το έθιμο βάζουν στο τζάκι αδράχτια για να τα βλέπουν οι καλικάντζαροι και να μην κατεβαίνουν από την καπνοδόχο. Οι πιστοί στις παραδόσεις, από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Θεοφάνεια, που φεύγουν οι καλικάντζαροι, δεν τρώνε ελιές, φασόλια και σύκα για να μην κάνουν καλογήρους.

Σε χωριά της δυτικής Φθιώτιδας το βράδυ της παραμονής των Φώτων μεγάλες παρέες αγοριών και μεγαλύτερων ανδρών κρατώντας μεγάλα κουδούνια στα χέρια τα οποία χτυπούσαν συνεχώς, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και έψαλλαν τα κάλαντα των Φώτων. Οι «νοικοκυραίοι» του χωριού τους φίλευαν χριστουγεννιάτικα εδέσματα τα οποία στο τέλος της βραδιάς γεύονταν όλοι μαζί στις ταβέρνες του χωριού τραγουδώντας και χορεύοντας.

Καλοσκοπή

Την παραμονή των Φώτων τα παιδιά έψελναν κάλαντα από σπίτι σε σπίτι. Ανήμερα οι Καλοσκοπίτες έπαιρναν αγιασμό από την εκκλησία και αφού άγιαζαν το σπίτι και τα ζωντανά τους, στη συνέχεια άγιαζαν και τα χωράφια τους. Ξεχωριστή θέση είχαν τα αμπέλια στα οποία έθαβαν κάθε χρόνο ένα μπουκάλι με αγιασμό για καλή σοδειά.Επίσης το βράδυ οι άντρες του χωριού πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν:

Λούκα λούκα νίκα

μες’ την ταβριτζίκα

Άντε μωρέ Γιάννη

Φέρε μας λουκάνι

ας είναι και σαλάμι

περιμένοντας οι νοικοκυρές να τους φιλέψουν λουκάνικα που είχαν φτιάξει τα Χριστούγεννα και κρασί.

Χοιροσφαγή

Στα ορεινά χωριά της δυτικής Φθιώτιδας τα γουρούνια είναι το πλέον συνηθισμένο οικόσιτο ζώο. Σύμφωνα με την παράδοση, η απόκτηση ενός χοίρου ήταν πάντα θέμα αρχοντιάς, κοινωνικής και οικονομικής επιφάνειας. Για να δηλωθεί το περίλαμπρο της γιορτής των Χριστουγέννων λοιπόν, το έθιμο ήταν η σφαγή του γουρουνιού. Η προετοιμασία για τη σφαγή τους ξεκινά πολύ νωρίς αφού οι «νοικοκυρές» είναι υποχρεωμένες να βρουν πλέον γανωματή για να γανώσουν (να κασιτερώσουν) τα οικιακά σκεύη που είναι αναγκαία για την χοιροσφαγή.

Ακόμη και σήμερα που δεν είναι απαραίτητα όλα αυτά τα σκεύη, η χοιροσφαγή παραμένει ολόκληρη τελετουργία: απαραίτητα για την τήρηση του εθίμου είναι η φωτιά, το κάρβουνο και το λιβάνι καθώς την ώρα της  σφαγής η νοικοκυρά θα πρέπει να τα ρίξει πάνω στο γουρούνι ενώ στο στόμα του χοίρου τοποθετούν ένα λεμόνι για να μένει ανοιχτό και να ευωδιάζει. Όταν τελικά τελειώσουν τους χοίρους, ολόκληρη η γειτονιά ξεκινά ένα γλέντι ενώ την ίδια ώρα οι νοικοκυρές ξεκινούν να φτιάξουν τα λουκάνικα και τις «τσιγαρίθρες».

Τσιγαρίθρες

Είναι μια παλιά ιεροτελεστία για να διαχωρίσουν το λίπος του χοιρινού από το κρέας. Κόβονται κομμάτια λίπους από τα πιο «παστωμένα» τμήματα του χοιρινού κυρίως στην κοιλιακή χώρα τα οποία έχουν και λίγο κρέας. Το τοποθετούν στο καζάνι με πολύ φωτιά και αρχίζει να βράζει και έτσι βγάζουν το λίπος το οποίο παλιά το αποθήκευαν για την υπόλοιπη χρονιά. Συγχρόνως τα μικρά κομμάτια λίπους και κρέατος μειώνονται συνεχώς και στο τέλος ότι απομείνει το σβήνουν με καλό κρασί κι αυτό για πολλές μέρες είναι ένας καλός και πρόχειρος μεζές που συνοδεύει τα τραπέζια.

Το Μπουμπάρι

Ένα εξαιρετικό παραδοσιακό έδεσμα και λαμπρός κρασομεζές, σήμα κατατεθέν για τα περισσότερα Χριστουγεννιάτικα Ρουμελιώτικα τραπέζια, είναι το μπουμπάρι. Γίνεται απ’ το παχύ έντερο του γουρουνιού, παραγεμισμένο με σκωτοπλέμονα, κοπανιστό κρέας, πλιγούρι, πράσο και διάφορα μυρωδικά και ψημένο στο φούρνο. Στη Φθιώτιδα, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο, το λέμε μπουμπάρι ή μπομπάρι, στην Εύβοια κι αλλού αματτυά, ματτυά, οματιάματιάμπάμπω, μπούμπα και δεκάδες άλλα ευφάνταστα ονόματα και πολλές παραλλαγές. Και τούτο το έδεσμα έρχεται από την απώτατη ελληνική αρχαιότητα, όταν παραγέμιζαν τη φύσκη, το παχύ έντερο των ζώων, με διάφορα κρεατικά και καρυκεύματα, ακόμη και αίμα (εξού και  αματτυά, η αιματία των αρχαίων), όπως και στους αλλάντας (λουκάνικα).

Πασπαλάς

Κρέας από την κοιλιά του χοιρινού.  Το έβραζαν σε καζάνι γιατί έφτιαχναν μεγάλες ποσότητες και δεν υπήρχαν τα ψυγεία για να το διατηρήσουν, το έβαζαν σε τενεκέδες του τυριού και το διατηρούσαν για 2-3 μήνες(μέχρι τη λαμπρή είχαν πασπαλά).

Πηχτή

 Μεζές που μπορεί να κρατήσει καιρό και να συντροφεύει το κρασί και το τσίπουρο.Είναι παστό χοιρινό κρέας -συνήθως από το κεφάλι του ζώου, με αλάτι και πράσο.

Το τσίκνισμα

Τα ξημερώματα των Χριστουγέννων σε ορισμένες περιοχές της Φθιώτιδας και κυρίως στις περιοχές της Λοκρίδας το… τσικνίζουν. Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας τα ξημερώματα της ημέρας ανάβουν τις φωτιές και πριν ακόμα βγει ο ήλιος έχουν ήδη στήσει το χριστουγεννιάτικο τραπέζι με χοιρινά και μεζέδες.

Το «τάισμα» της βρύσης

Τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων, στα χωριά της Κεντρικής Ελλάδας, γίνεται το λεγόμενο «τάισμα» της βρύσης. Οι κοπέλες του χωριού, λίγες ώρες πριν ξημερώσει Χριστούγεννα, πηγαίνουν στις βρύσες του χωριού και τις αλείφουν με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και όπως γλυκό είναι το μέλι, έτσι γλυκιά να είναι και η ζωή τους. Μ’ αυτή την κίνηση παίρνουν από τη βρύση το «αμίλητο» νερό. Για να έχουν καλή σοδειά έφερναν στη βρύση βούτυρο, τυρί, ή ψημένο σιτάρι ή κλαδί ελιάς, ή όσπρια και φρόντιζαν να φτάσουν εκεί όσο το δυνατόν νωρίτερα, γιατί, όπως έλεγαν, όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση, αυτή θα στεκόταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο. Επιστρέφοντας στο σπίτι, οι γυναίκες, έφερναν το καινούργιο νερό, αφού πρώτα είχαν αδειάσει από τα βαρέλια τους το παλιό. Η διαδικασία αυτή της μετάβασης και της επιστροφής στη βρύση, γίνεται σιωπηλά- για αυτό και ονομάστηκε αμίλητο νερό. Με το «αμίλητο» νερό οι γυναίκες ραντίζουν τα σπίτια τους, για ευρωστία και καλή τύχη.

Ήθη και έθιμα της πρωτοχρονιάς, όπως τα διηγούνται οι γυναίκες της Σουβάλας


Χρυσούλα Α.Βαλάσκα

«Για την Πρωτοχρονιά ετοιμάζαμε τα γλυκά: μπακλαβά με φύλλο πλαστό, μύγδαλο και καρύδι, τη σαμόπιτα με σουσάμι, λίγο μύγδαλο και πετιμέζι. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς στέλναμε τα παιδιά στους παππούδες, τους θείους τους νονούς, με ένα πιάτο γλυκά σε πεντακάθαρη πετσέτα, να κάνουν ποδαρικό. Τα καλοδέχονταν, τα έβαζαν να καθίσουν λίγο για την καλή χρονιά και τα φίλευαν με ότι καλούδια είχαν. Εμείς οι γυναίκες πηγαίναμε πρωί – πρωί στη βρύση της γειτονιάς, και ρίχναμε σιτάρι, καλαμπόκι, γλυκά και λεφτά με την ευχή να τα τρέχουν κι οι σοδειές όλο το χρόνο όπως έτρεχε το νερό στη βρύση».

Γιαννίτσα Ν.Βελλή

«Για του Αϊ -Βασιλειού φκιάναμε το βράδυ τις δίπλες με πλαστό φύλλο και πετιμέζι, σιαμόπιτα, στη γάστρα, άλλα καημένα, άλλα άκαγα, άλλα φουσκώναμε με το πετιμέζι, άλλα γενόντανε λάσπη, άλλα ήτανε ξερά, άλλα χλωρά! Το πρωί οι νοικοκυράδες  παίρναμε γλυκά, λεφτά, καλαμπόκι, σιτάρι, βαμπακόσπορο, ότι ήθελες έβλεπες και τα πααίναμε στη βρύση. ΄Έτρεχε το νερό στις κουρίτες, τα ρίχναμε μέσα, να τρέξνε τα εισοδήματα, όπως τρέχει το νερό της βρύσης. Δραμάγαμε ύστερα τα τρελάδια να βρούμε κανένα πενηνταράκι».

Το ψήσιμο της πίτας στη γάστρα

Κάποιες νοικοκυρές ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούν τον παραδοσιακό τρόπο μαγειρέματος. 

* Η παρακάτω φωτογραφία τραβήχτηκε το 2016 από το μαντρί των Γιάννα και Βαρβάρα Κυρίτση από την περιοχή Γουναρέϊκα στην Άνω Πολύδροσο ανήμερα των Χριστουγέννων.

Στη γάστρα ψήνανε το ψωμί, τις πίτες και διάφορα άλλα φαγητά. Η διαδικασία ήταν η εξής: Ανάβανε φωτιά με πολλά κλαρούδια και από πάνω βάζανε τη γάστρα και αφήνανε να καούν τα ξύλα, μέχρι να γίνουν κάρβουνο. Με αυτό τον τρόπο «καιγότανε» η γάστρα. Στη συνέχεια τραβούσαν στην άκρη τα κάρβουνα και έβαζαν τη σιδεροστιά*. Πάνω στη σιδεροστιά τοποθετούσαν το ταψί με το φαγητό και το σκεπάζανε με τη γάστρα, πάνω στη οποία έβαζαν τα κάρβουνα που είχαν τραβήξει στην άκρη και αφήνανε το φαγητό να ψηθεί.

*σιδεροστιά (σίδερο- εστία): ο σιδερένιος τρίποδας που τοποθετείται στο τζάκι, κοινά πυροστιά.

Ήθη, έθιμα και αναμνήσεις των Ρουμελιώτικων τόπων αποτυπώνονται στο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ που ακολουθεί το 1982: Μαριολάτα, Γραβιά, Βάργιανη, Καστέλια Αποστολιάς (Κάνιανη), Λιλαία-Επτάλοφος, Πολύδροσος (Σουβάλα), Αμφίκλεια, Άμφισσα, Γαλαξίδι)….


Πηγές

https://iparnassos.gr/

https://www.sofokleousin.gr/

https://www.fokidanews.gr/

http://fokisonline.blogspot.com/

https://polydrososparnassou.blogspot.com/

https://lispolydrosou.blogspot.com/