Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Οι γυναίκες στην Επανάσταση του 1821(Μέρος Β)


Δόμνα Βισβίζη

Για μια άλλη γυναίκα, τη Δόμνα Βισβίζη, πληροφορούμαστε από ιδιόχειρο έγγραφο του Οδυσσέα Ανδρούτσου (Μάιος 1822) ότι έσωσε τους άνδρες του και τον ίδιο «διά της προμηθείας τροφίμων και πολεμοφοδίων, άνευ της οποίας ο στρατός θα διελύετο».

Ήταν παντρεμένη με τον πλοίαρχο και εφοπλιστή Αντώνη Βισβίζη, που διέθεσε πολλά χρήματα για την Επανάσταση και ήταν κυβερνήτης του πλοίου «Καλομοίρα». Στις 21 Ιουλίου 1822, ο Χατζή Αντώνης Βισβίζης σκοτώθηκε, κατά τη διάρκεια της θαλάσσιας πολιορκίας της Εύβοιας. Τα ηνία της «Καλομοίρας» ανέλαβε πλέον η Δόμνα. Έχοντας αποκτήσει εμπειρία από τις προηγούμενες ναυμαχίες και με τη βοήθεια του υπαρχηγού, καπετάν Σταυρή, κυβέρνησε το πλοίο και συνέχισε την πολιορκία. Για τα επόμενα τρία χρόνια έγινε ο φόβος των Τούρκων. Το πλοίο μετονομάστηκε πλέον σε «Δόμνα» κατόπιν κυβερνητικής εντολής και συνέχισε να λαμβάνει μέρος σε ναυμαχίες και να μεταφέρει πολεμοφόδια. Τα έξοδα για την συντήρηση του πλοίου και του πολυμελούς πληρώματος καλύπτονταν από την περιουσία της. Πούλησε μέχρι και τα κοσμήματά της, ώσπου δεν είχε πια τι άλλο να δώσει ενώ το ήδη γέρικο πλοίο άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα και να μην είναι αξιόμαχο. Έτσι, το 1824 αναγκάστηκε να παραδώσει την «Δόμνα» στους Υδραίους, οι οποίοι το μετέτρεψαν σε πυρπολικό. Η ένδοξη πορεία του έμελλε να συνεχιστεί, παρά τις φθορές του, καθώς με το συγκεκριμένο πλοίο, ο Πιπίνος ανατίναξε την τουρκική φρεγάτα «Χανζέ Γκεμίστ».

Σκίτσο της Καλομοίρας από το Ναυτικό Μουσείο Οδησσού, όπου και κατασκευάστηκε το πλοίο (Πηγή: Wikipedia)

Οι οπλαρχηγοί της Εύβοιας και της Ρούμελης έστειλαν ευχαριστήρια έγγραφα στην Θρακιώτισσα καπετάνισσα για την συνεισφορά της ενώ ο Υψηλάντης την χαρακτήρισε «γενναιοτάτην Δέσποινα και Καπετάνισσα» και ο Ανδρούτσος «Ηρωίδα και ευεργέτιδα».

Η ίδια έζησε φτωχικά τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της. Δεν έλαβε καν την αποζημίωση που χορηγούνταν σε διάφορους, ακόμα και άγνωστους, οπλαρχηγούς. Μάλιστα, το μόνο που κατάφερε ήταν να της χορηγηθεί μηνιαία σύνταξη, τριάντα δραχμών. Δηλαδή η κατώτερη όλων. Σταδιακά, οι συνθήκες γίνονταν ολοένα και πιο ανυπόφορες. Ο λιμός που χτύπησε τον ελλαδικό χώρο σκότωσε ένα από τα παιδιά της. Το 1826, η Δόμνα Βισβίζη έγραφε: «….Κλαίω, ευσπλαχνίαν δεν ευρίσκω ουδεμίαν. Άχρι και των ουρανών κραυγάζω. Ώτα ανεωγμένα δεν βλέπω! Πώς άλλως να εκφράσω τον πόνο μου; Ή με οποίον άλλον τρόπο να κινήσω ανθρώπων σπλάγχνα εις συμπάθειαν»;

Τον Αύγουστο του 1829 μεταφέρθηκε στο Άργος και έγραψε στον Καποδίστρια: «…Γνωρίζω ότι φαίνομαι όχι μόνον οχληρά και βαρετή, αλλά και τολμηρά. Ανάγκη όμως μεγίστη μ΄ αναγκάζει και μάλλον με βιάζει! Κατ΄ ανάγκη λιμού, λιμοκτονίας και άκρας πτωχείας κατήντησα κλινήρης εις τόπον ξένον, μακράν των δυστυχών μου ορφανών και ανηλίκων. Δεν είμαι εις κατάστασιν να επιστρέψω εις αυτά, επειδή έμεινα έρημος. Και αυτής της εφημέρου τροφής στερούμενη, κινδυνεύομεν να αποθάνομεν από την πείναν! Επί Μάρτυρι Θεώ δεν έχω καν τα αναγκαία μου έξοδα να επιστρέψω προς την ατυχή οικογένειά μου…. Ο πατήρ των ανηλίκων ορφανών μου εθυσίασεν και ζωήν και κατάστασιν υπέρ του έθνους, τα παιδιά του λιμοκτονούν, πεθαίνουν από την πείναν! Το έθνος δεν ευσπλαγχνίζεται; Κινδυνεύουν και εντός ολίγου χάνονται…. Προστρέχω προς την έμφυτον φιλανθρωπίαν σας, θερμώς παρακαλούσα όπως μοι γίνη καν μικρά εξοικονόμησις, ίνα περιθάλψω και δυνηθή ανακουφίσω τα τέκνα μου και προλάβω αυτά πριν, ή εκ της λιμοκτονίας εξοντωθώσι. Της εξοχότητός της δούλη, η δυστυχής χήρα Δόμνα Βισβίζη».

Προτομή Δόμνα Βισβίζη στην πλατεία Φάρου στην Αλεξανδρούπολη (Πηγή: Wikipedia)

Μετά το τέλος της ελληνικής επανάστασης η Δόμνα Βισβίζη εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου ενώ λέγεται πως τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα έζησε στον Πειραιά.

Οι Σουλιώτισσες

«Οι Σουλιώτισσες» του Ary Scheffer το 1827

Η μνημειώδης συνεισφορά των Σουλιωτισσών στον Αγώνα είναι καταγεγραμμένη σε πλήθος δημοτικών τραγουδιών. Από αυτά δεν θα μπορούσε να λείπει η ξακουστή αγωνίστρια, Ελένη Μπότσαρη, κόρη του Κίτσου και αδερφή του Νότη, η οποία μετά τη μάχη του Σέλτσου, έπεσε και πνίγηκε στον Αχελώο για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Η ηρωική πράξη της 19χρονης Σουλιώτισσας τραγουδήθηκε από όλους τους Έλληνες. Κατά μία εκδοχή οι διώκτες της νεαρής ήταν τρεις, κατά μία άλλη επτά. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, αρκετά χρόνια μετά, απηχεί τις σκέψεις πολλών Ελλήνων της εποχής: 

«Μία γυνή, μία κόρη κατά επτά. Μία γυνή φέρουσα προ του θανάτου υψηλά το μέτωπον και ωσεί λάβαρον της θρησκείας και του πατριωτισμού της το μέγα όνομα, το οποίον οι αδελφοί της απηθανάτισαν: Εγώ είμ’ η Λέν’ του Μπότσαρη, η αδελφή του Νότη. Τι δεν περιλαμβάνουν, τι δεν λέγουν αι λέξεις αυταί. Δεν ηξεύρω, εάν των μεγάλων και κραταιοτάτων του κόσμου κατακτητών κόραι και σύζυγοι, ηδύναντο να αναμετρηθούν προς την αγρίαν εκείνην παρθένον του Σουλίου, την γνωρίζουσαν τόσον να τιμά το όνομα, το οποίον η ανδρεία και ο πατριωτισμός κατέστησαν μέγα. Είμαι η Λέν’ του Μπότσαρη δηλαδή η κόρη της τιμής, του παλληκαρισμού, της ξακουσμένης ανδρείας. Η κόρη γενεάς, η οποία ουδέποτε έσκυψε το μέτωπον προ τυράννων, η οποία αψηφεί τας μυριάδας των εχθρών, η οποία ουδένα άλλον ανεγνώρισεν αρχηγόν εις ουδενός άλλου τα διατάγματα υπήκουσε ή εις αυτού του Θεού».

Εξίσου σημαντικές μορφές του Σουλίου ήταν οι Χάιδω Γιαννάκη Σέχου, η Δέσπω Μπότση και η Χρυσούλα Μπότσαρη. Από τις σκόρπιες πληροφορίες που έχουμε για τις γυναίκες του Σουλίου, κάποιες αφορούν την καθημερινότητά τους ή ακόμα και τα πρότυπα ομορφιάς της εποχής. 

Σουλιώτισσες-Δημοσιεύεται στο: «Δημήτρης Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 1821», εκδ. Μέλισσα 1971

Ο Σουλιώτης αγωνιστής Σ. Τζίπης, στα απομνημονεύματά του διηγείται: «Είχα, ως σου είπα, φίλο πολύ αγαπημένο, τον ξάδελφό μου, Νικολό Κωστάκη και τη γυναίκα του την έλεγαν Χρύσω! Πλάσμα. Ψηλή, γιομάτη, καλά καμωμένη. Το προβάτημά της ήταν ωσάν της πέρδικας. Ήτον άσπρη, ωσάν το γάλα. Τα μάγουλά της κόκκινα ωσάν τα ρόδα… Τα μάτια της μαύρα, μεγάλα, ήταν τόσο ωραία, τόσο ζωηρά, ώστε ελάβωνε την καρδιά του ανθρώπου. Είχε μαλλιά ξανθά, ωσάν το χρυσάφι, φωνή γλυκιά και όμορφη, ωσάν του αηδονιού. Καλύτερη γυναίκα από κείνη πουθενά δεν είδα».

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

H Τζαβέλενα

Ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλλα, 1855 -του Ντονάτο Φραντσέσκο Ντε Βίβο

Πολλά ήταν και τα παραδείγματα γυναικών που έμειναν στην ιστορία με το όνομα τους. Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, αντιστάθηκε γενναία, όταν ο Αλή πασάς έστειλε ισχυρό απόσπασμα για να καταλάβει το Σούλι. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της μάχης, τα όπλα των ανδρών περιήλθαν σε αχρηστία λόγω υψηλής θερμοκρασίας, με αποτέλεσμα οι δύο πλευρές να κηρύξουν προσωρινή ανακωχή. 

Η Τζαβέλα, η οποία μέχρι τότε κρατούσε απόσταση από το σημείο της μάχης, παρατηρώντας τη διακοπή των πυροβολισμών, υπέθεσε πως οι Οθωμανοί σκότωσαν τους Σουλιώτες. Τότε, επικεφαλής 400 γυναικών, επιτέθηκε στους Τουρκαλβανούς του Αλή, αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν, αφού οι άνδρες μπροστά στο γυναικείο γιουρούσι, ακολούθησαν και ο εχθρός αιφνιδιασμένος απωθήθηκε. Το μέγα επίτευγμά της γέμισε δέος τους Οθωμανούς, ενώ ενέπνευσε τη λαϊκή παράδοση. Ωστόσο, οι Σουλιώτισσες δεν ήταν οι μόνες που αντιστάθηκαν στον οθωμανικό ζυγό. Ξακουστή είναι η στάση των γυναικών του Μεσολογγίου, οι οποίες, κατά τη μεγάλη Έξοδο, πολεμούσαν κρατώντας με το ένα χέρι το σπαθί και με το άλλο το μωρό τους, ενώ μετά τη φοβερή σφαγή των κατοίκων της Χίου, το 1822, οι αιχμάλωτες γυναίκες δεν δέχονταν τροφή, ώστε πεθαίνοντας από την πείνα, να μην εξευτελιστούν στα σκλαβοπάζαρα. 

Η έξοδος του Μεσολογγίου(Θεόδωρος Βρυζάκης) Έτος δημιουργίας:1855, ελαιογραφία σε καμβά

Μόνο ενδεικτικές είναι αυτές οι αναφορές για τον ηρωισμό της Ελληνίδας του ‘21, τον οποίο συναντούμε σε όλες τις εστίες της Επανάστασης...

Η καπετάνισσα Χαρίκλεια Δασκάλακη

Από την απαρίθμηση των θαραλλέων γυναικών, δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι Κρητικές, που συνέβαλαν ποικιλοτρόπως στην ενίσχυση του αγώνα, τόσο παράγοντας και υποστηρίζοντας τους Κρητικούς αγωνιστές όσο και μέσα στην ψυχή της μάχης. Μία από αυτές, η ηρωική καπετάνισσα Χαρίκλεια Δασκάλακη ανδραγάθησε στο Αρκάδι, ενώ έχασε τα τρία παιδιά της ηρωικά μαχόμενα, στους αγώνες της Κρήτης, το 1866.

Είναι η ηρωική μορφή, ένα σύμβολο του αγώνα της Κρήτης για την ελευθερία. Η μάνα που έβλεπε τα παιδιά της να σκοτώνονται στις μάχες με τους Τούρκους, και τα παρότρυνε να προκαλέσουν το θάνατο, να χύσουν το αίμα τους για την ελευθερία της Κρήτης. Το όνομα της Χαρίκλειας Δασκαλάκη, της Δασκαλοχαρίκλειας, έγινε θρύλος σ’ όλο το νησί

Γυναίκες από άλλες περιοχές της Ελλάδος

Και στη Μακεδονία, οι γυναίκες δεν δείλιαζαν. Η Νάουσα, η Δοβρά, ο Όλυμπος, η Χαλκιδική, υπήρξαν μερικά μόνο από τα κέντρα της Επανάστασης. Η Καρατάσαινα, η Ζαφειράκαινα και άλλες που η ιστορία δεν κράτησε με τα ονόματα τους στη μνήμη της, έπεσαν, μαχόμενες για την ελευθερία ολόκληρης της χώρας. Η γυναίκα του Καρατάσου, αγωνιστή τη Ημαθίας, οπλαρχηγού και μέλους της Φιλικής εταιρίας, αποκαλούμενη σύμφωνα με πηγές, ως «ή ήρωΐς Καρατάσαινα» η ίδια καταγόμενη από τη Βέροια, υπεβλήθη σε βασανιστήρια ιδιαίτερης βαρβαρότητας από τους Τούρκους και απεβίωσε θυσιαζόμενη μαζί με τις δύο κόρες της, καθώς δεν δέχτηκε να εξισλαμιστεί. Η Ζαφειράκαινα, σύζυγος του οπλαρχηγού της Νάουσας Ζαφειράκη, σφαγιάστηκε για την επαναστατική της δράση, μαζί με πολλές άλλες γυναίκες, μένοντας στην ιστορία και την τοπική παράδοση, ως σύμβολα και ηρωίδες που υμνήθηκαν από το δημοτικό τραγούδι «Μακρυνίτσα»: 

«Τρία πουλάκια, αμάν αμάν, καθόντανε, τρία πουλάκια, αμάν αμάν, καθόντανε, στης Νάουσας το κάστρο, Μακρυνίτσα μου καημό που ‘χει η καρδίτσα μου. Το ‘να κοιτάει κι αμάν αμάν τα Βοδινά, το ‘να κοιτάει κι αμάν αμάν τα Βοδενά και τ’ άλλο Σαλονίκη, Μακρυνίτσα μου καημό που ‘χει η καρδίτσα μου. Το τρίτο το κι αμάν αμάν μικρότερο, το τρίτο το κι αμάν αμάν μικρότερο, μοιρολογεί και λέγει, Μακρυνίτσα μου καημό που ‘χει η καρδίτσα μου. Μας πάτησαν κι αμάν αμάν τη Νάουσα, μας πάτησαν κι αμάν αμάν τη Νάουσα, την πολυξακουσμένη, Μακρυνίτσα μου καημό που ‘χει η καρδίτσα μου».

Η αριστοκράτισσα, Ελισάβετ Υψηλάντη

H Ελισάβετ Υψηλάντη, Ελληνίδα αριστοκράτισσα, καταγόμενη από την Βόρεια Ήπειρο και τη Μολδαβία, η μητέρα των Υψηλάντηδων, που αποκαλούνταν και «Πρωτομάνα των Φιλικών» έρχεται πρώτη να χρηματοδοτήσει τον αγώνα που προετοιμάζεται. Στις 16/2/1821 στο αρχοντικό της συγκεντρώνονται οι Φιλικοί για να αποφασίσουν την στιγμή της εξεγέρσεως. Η ηθική και υλική συμβολή της Υψηλάνταινας είναι τόση, που ο Αλέξανδρος (Υψηλάντης) συγκινημένος λέει στους άλλους εταίρους: «Γράψτε στο τέλος της διακήρυξης «φιλώ το χέρι της μητρός μου».

Η κυρά-Μανώλαινα

Πύλη της Μπουμπουνίστρας-Ζωγραφική απεικόνιση της πύλης από τον Έντουαρντ Ντόντγουελ

Με το ξέσπασμα της επανάστασης στην Αθήνα, μια ηλικιωμένη γυναίκα του λαού, η κυρά-Μανώλαινα, εφοδίαζε τους αγωνιστές τακτικά με μπαρούτι. Το προμηθευόταν κρυφά τη νύχτα από το σπίτι του κατασκευαστή Παυλή, το τύλιγε στον μπόγο με τα λερωμένα ρούχα της και με τη δικαιολογία πως πάει να τα πλύνει στο ρέμα της Καλλιρόης, περνούσε μπροστά στα μάτια των Τούρκων, φορτωμένη με τα ρούχα και το μπαρούτι, άλλοτε απ’τη Μεγάλη Πόρτα (πύλη του Αδριανού) και άλλοτε από την πόρτα της Μπουμπουνίστρας. Όταν έφτανε στο ρέμα που βρισκόταν τότε έξω από την πόλη, παρέδιδε το πολύτιμο υλικό σε ανθρώπους των καπεταναίων, που την περίμεναν την προκαθορισμένη μέρα και ώρα.

Η Γυφτογιάνναινα

Η Γυφτογιάνναινα ήταν από τις λίγες Μεσολογγίτισσες που σώθηκε κατά την Έξοδο και έζησε πάνω από 90 χρόνια. Λίγο πριν πεθάνει, είπε στις γυναίκες που της κρατούσαν συντροφιά: «Μωρέ τσούπρες, εγώ πεθαίνω όπου να ‘ναι. Πάρτε αυτό το κλειδί της κασέλας μου θα βρείτε μια καλή μου φορεσιά. Με αυτή θέλω να με θάψετε και τότε θα έχετε την ευχή μου, με όλη μου την καρδιά». Όταν, λοιπόν, πέθανε, άνοιξαν την κασέλα και βρήκαν, από κάτω, όχι γυναικεία αλλά αντρικά ρούχα, εκείνα που φορούσε στην έξοδο, με το σελάχι και τα τσαρούχια. Έτσι η Γυφτογιάνναινα θάφτηκε με φορεσιά παλικαριού.

Πηγές

 

 https://www.mixanitouxronou.gr

https://www.efsyn.gr

https://www.in.gr

https://argolikivivliothiki.gr 

https://www.e-prologos.gr 

 http://www.elia.org.gr

 

 

 Διαβάστε εδώ το Μέρος Α

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου